ΞΗΡΟΙ ΚΑΡΠΟΙ

ΞΗΡΟΙ ΚΑΡΠΟΙ


Η ομάδα των σπόρων που ονομάζουμε ‘ξηροί καρποί’ δεν αποτελούν ξεχωριστή βοτανολογική οικογένεια, αλλά ομαδοποιούνται έτσι άτυπα, κυρίως για λόγους διατροφικών συνηθειών. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι είναι το αμύγδαλο, το καρύδι, το φουντούκι, το αράπικο φυστίκι, το φυστίκι Αιγίνης και το φυστίκι κάσιου, ενώ λιγότερο δημοφιλείς εξωτικοί καρποί, όπως το brazilian nut και το μακαντέμια, ή και σπόροι δέντρων, όπως το κουκουνάρι και το κάστανο, πολλές φορές συνυπολογίζονται στους εδώδιμους ξηρούς καρπούς.

Η αλλεργία στους ξηρούς καρπούς αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, με συχνότητα που φαίνεται να αυξάνει κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα στα παιδιά. Ιδιαίτερα, η εγγενής ικανότητα των ξηρών καρπών να προκαλούν σοβαρές συστηματικές αντιδράσεις σε αλλεργικά άτομα, καθώς και το γεγονός ότι στο φυστίκι και στους ξηρούς καρπούς αποδίδεται η συντριπτική πλειοψηφία των καταγεγραμμένων θανάτων από τροφική αλλεργία σε παγκόσμιο επίπεδο, καθιστά τη διερεύνηση και την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης υπερευαισθησίας εξαιρετικά σημαντική.

Είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς, ότι καθένας από τους καρπούς αυτούς περιέχει περισσότερα από ένα αλλεργιογόνα. Έτσι, για παράδειγμα, στο φυστίκι αναγνωρίζουμε σήμερα περισσότερα από 8 διαφορετικά μοριακά αλλεργιογόνα, ενώ ανάλογη κατάσταση ισχύει για το φουντούκι, το καρύδι, αλλά και τους υπόλοιπους γνωστούς ξηρούς καρπούς. Με λίγα λόγια, σήμερα αναγνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ‘αλλεργία στο φυστίκι’, αλλά μάλλον αρκετοί διαφορετικοί τύποι αλλεργίας στο φυστίκι. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους καρπούς.

Το είδος του μοριακού αλλεργιογόνου, του κομματιού δηλαδή του καρπού, που ‘αναγνωρίζει’ ως εχθρό ο ανθρώπινος οργανισμός καθορίζει και τα χαρακτηριστικά της αλλεργίας: τη βαρύτητα των προκαλούμενων αντιδράσεων, τη χρονική πρόγνωση της αλλεργίας ή την ‘αντανάκλαση’ της αλλεργίας και σε άλλους, συγγενικούς καρπούς με παρόμοιο αλλεργιογόνο. Σαν αποτέλεσμα, η αλλεργία σε ξηρούς καρπούς αποτελεί ένα ετερογενές σύνολο, που μπορεί να εκδηλώνεται στους ασθενείς με διαφορετικούς τρόπους: από τη σχετικά καλοήθη κατάσταση του απλού στοματικού κνησμού, όταν πρόκειται για ηπιότερα αλλεργιογόνα, μέχρι την εκδήλωση συστηματικής, αναφυλακτικής αντίδρασης σε επαφή ακόμα και με ίχνη του καρπού, όταν πρόκειται για ‘σκληρά’ μοριακά αλλεργιογόνα. Αντίστοιχα, σε κάποιους ασθενείς η αλλεργία περιορίζεται σε ένα μόνο καρπό, ενώ σε περίπτωση ευαισθητοποίησης σε αλλεργιογόνο που αντιπροσωπεύεται ευρύτερα, η αλλεργία είναι περισσότερο εκτεταμένη, αφορώντας περισσότερους ή και όλους τους συνήθεις ξηρούς καρπούς.

Είναι σημαντικό η οικογένεια του παιδιού, αλλά και το ίδιο το παιδί μεγαλώνοντας, να γνωρίζει τα χαρακτηριστικά της αλλεργίας του. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αναγνωρίζει καλύτερα τους επικίνδυνους καρπούς, χωρίς απαραίτητα να είναι αναγκασμένο να αποφεύγει αδιακρίτως το σύνολο των καρπών και σπόρων, που κατά τα άλλα αποτελούν εξαιρετική διατροφική πηγή. Επίσης, οφείλει να υπάρχει ενδελεχής ενμέρωση για τον τρόπο αντιμετώπισης ενδεχόμενης αντίδρασης και την πιθανότητα αποδρομής της αλλεργίας ή την ‘αντανάκλαση’ σε άλλα συγγενικά φυτικά είδη. Η διαγνωστική διερεύνηση τυπικά περιλαμβάνει δερματικές δοκιμασίες σε όλους τους κοινούς ξηρούς καρπούς, και όπου απαιτείται, αιματολογικές εξετάσεις για τους ύποπτους καρπούς και για τα σχετιζόμενα μοριακά αλλεργιογόνα.

Μοιραστείτε το
Scroll To Top