ΓΕΝΕΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΡΓΙΑ

ΓΕΝΕΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΡΓΙΑ

Οι αλλεργικές παθήσεις έχουν σημειώσει ραγδαία αύξηση κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, αποτελώντας μέχρι τότε μια ιατρική σπανιότητα. Και μόνο αυτή η ‘αφύσικα΄ απότομη αύξηση στη συχνότητα του άσθματος και των αλλεργικών παθήσεων, αποτελεί στοιχείο που απομακρύνει τη σκέψη από το γενετικό παράγοντα ως κύρια αιτία, αφού δεν είναι λογικό να έχουμε τόσο σημαντικές αλλαγές στο γενετικό υλικό ενός πληθυσμού μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αντίθετα, περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι αυτοί που προβάλλουν ως σημαντικότερες αιτίες αυτής της αλλεργικής έκρηξης.

Παρόλα αυτά, οι αλλεργικές παθήσεις είναι βέβαιο ότι έχουν και γενετική βάση. Για παράδειγμα, η πιθανότητα συνύπαρξης αλλεργίας έχει φανεί ότι είναι σημαντικά μεγαλύτερη μεταξύ μονοζυγωτικών διδύμων (δηλαδή διδύμων με πανομοιότυπο γενετικό υλικό) παρά μεταξύ διζυγωτικών διδύμων, των οποίων το γενετικό υλικό διαφέρει, όπως μεταξύ φυσιολογικών αδερφών. Επιπρόσθετα, έχουν βρεθεί μικρές παραλλαγές (επιστημονικά πολυμορφισμοί) σε συγκεκριμένα γονίδια, που προδιαθέτουν σε αλλεργικές καταστάσεις. Έτσι, οι φορείς αυτών των ‘παραλλαγμένων’ γονιδίων, είτε αφορούν ολόκληρες εθνικές ομάδες, φυλές (πχ μαύροι ασθενείς έναντι λευκών) ή τμήματα οικογενειακών/γενεαλογικών δένδρων, φαίνεται ότι είναι γενετικά πιο ευάλωτοι στην επίδραση του περιβαλλοντικού παράγοντα που πυροδοτεί την αλλεργική νόσο. Αυτός ο παράγοντας μπορεί να είναι η έκθεση σε ρύπους και προϊόντα της σύγχρονης βιομηχανοποιημένης ζωής, η επίδραση συγκεκριμένων ιών, η υπερβολική απολύμανση/χρήση αντιβιοτικών στις δυτικού τύπου κοινωνίες ή οι διαφορετικές συνήθειές μας σε σχέση με αυτές που ιστορικά είχε ο άνθρωπος, όπως για παράδειγμα η μειούμενη διάρκεια του θηλασμού και η αυξανόμενη ηλικία εισαγωγής των στερεών τροφών στα βρέφη.

Συνολικά θα έλεγε κανείς ότι τόσο το άσθμα, η τροφική αλλεργία, όσο και οι υπόλοιπες αλλεργικές παθήσεις γεννιούνται σαν αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ πολλαπλών γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Από τη μεριά του, το ‘είδος’ του γενετικού υποστρώματος επηρεάζει όχι μόνο την προδιάθεση ανάπτυξης αλλεργίας, αλλά και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, όπως και το μέγεθος της ανταπόκρισης στη φαρμακευτική αγωγή.

Φυσικά, όλα αυτά λίγο αλλάζουν τα σημερινά κλινικά δεδομένα, αφού δεν έχουμε ακόμα στα χέρια μας τη δυνατότητα να χρησιμοποιούμε γενετικές εξετάσεις για να αναγνωρίζουμε ομάδες πληθυσμού με σημαντικό κίνδυνο (και έτσι να τροποποιήσουμε ενδεχομένως την περιβαλλοντική έκθεση), ούτε βέβαια έχουμε τρόπους να αλλάξουμε τη γενετική ‘μοίρα’ του καθενός εφαρμόζοντας γενετικές θεραπείες με εξατομικευμένο τρόπο.

Print Friendly
Scroll To Top