ΧΡΟΝΙΑ ΚΝΙΔΩΣΗ

ΧΡΟΝΙΑ ΚΝΙΔΩΣΗ

Από όλους τους ασθενείς που θα εμφανίσουν οξεία κνίδωση (δηλαδή ποσοστό 15- 25% του γενικού πληθυσμού), περίπου ο ένας στους δέκα θα έχει τελικά χρονική διάρκεια συμπτωμάτων (με καθημερινή ή σχεδόν καθημερινή εμφάνιση εξανθημάτων) μεγαλύτερη από 6 εβδομάδες. Στην περίπτωση αυτή η πάθηση ονομάζεται χρόνια κνίδωση. Η χρόνια κνίδωση εμφανίζεται συχνότερα σε ενήλικες, μεταξύ των οποίων προσβάλει πιο συχνά τις γυναίκες.

χρόνια κνίδωση - Urticaria 1Το εξάνθημα της χρόνιας κνίδωσης δεν διαφέρει από αυτό της οξείας, δηλαδή αποτελείται από πομφούς με ή χωρίς αγγειοοίδημα (πρήξιμο). Επίσης, όπως και στην οξεία μορφή, ο τελικός “ένοχος” στην παθογένεια της χρόνιας κνίδωσης είναι η ουσία ισταμίνη, που απελευθερώνεται από τα σιτευτικά κύτταρα (κύτταρα του σώματος, όπου αποθηκεύεται η ισταμίνη, η βασική ουσία που προκαλεί κνίδωση). Ωστόσο, τα αίτια της χρόνιας κνίδωσης μπορεί να είναι διαφορετικά από αυτά της οξείας. Όταν λοιπόν, η χρονική διάρκεια του εξανθήματος υπερβαίνει τις 6 εβδομάδες, καθίσταται απαραίτητη η λεπτομερής λήψη ιστορικού και η κλινική εξέταση από ειδικό αλλεργιολόγο ώστε να αποκλεισθεί η ύπαρξη μιας φυσικής κνίδωσης. Επιπλέον, είναι απαραίτητος ο ειδικός εργαστηριακός έλεγχος που θα καθοδηγήσει στην πιθανή αιτία της χρόνιας κνίδωσης.

Υπάρχουν διάφορα συστήματα ταξινόμησης της χρόνιας κνίδωσης. Το πιο κατανοητό όμως, για τους περισσότερους από εμάς, είναι αυτό που ταξινομεί αιτιολογικά τη χρόνια κνίδωση σε δευτεροπαθή, αυτοαντιδραστική και ιδιοπαθή χρόνια κνίδωση.

Δευτεροπαθής χρόνια κνίδωση

Δευτεροπαθή ονομάζουμε τη χρόνια κνίδωση που προκαλείται από μια άλλη συνυπάρχουσα πάθηση ή κατάσταση του οργανισμού και αποτελεί περίπου το 10% της χρόνιας κνίδωσης.

Οι χρόνιες λοιμώξεις από βακτήρια, ιούς, παράσιτα ή μύκητες, είναι η πιο συχνή αιτία δευτεροπαθούς χρόνιας κνίδωσης. Παραδείγματα τέτοιων χρόνιων λοιμώξεων είναι η χρόνια βακτηριακή φλεγμονή των κόλπων του προσώπου (παραρρινοκολπίτιδα), οι χρόνιες ηπατίτιδες, η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού (μικρόβιο που προκαλεί έλκος στομάχου) και οι παρασιτικές λοιμώξεις, όπως η εχινόκοκκος κύστη ήπατος, οι ψείρες και οι οξύουροι.

Σε κάποιους ασθενείς, η χρόνια κνίδωση μπορεί να οφείλεται σε κακή ανοχή εκ μέρουςχρόνια κνίδωση - wine-and-cheese-histamine-licensed του οργανισμού ουσιών που περιέχονται σε τρόφιμα. Το φαινόμενο αυτό, που συνήθως δεν είναι αλλεργία (δεν υπάρχουν δηλαδή τα αντισώματα Ε που ευθύνονται για τις αλλεργίες) αλλά ούτε και δυσανεξία (δεν οφείλεται δηλαδή σε έλλειψη ενζύμου από το έντερο), μπορεί να εξηγηθεί με δύο τρόπους: είτε πρόκειται για αυξημένη ευαισθησία ορισμένων ασθενών στη φυσική ισταμίνη που περιέχεται σε διάφορες τροφές (αλλά και σε άλλες ουσίες όπως η τυραμίνη και η φαινυλαιθυλαμίνη), είτε για ερεθισμό των σιτευτικών κυττάρων από χρωστικές, συντηρητικά, αρώματα και βελτιωτικά γεύσης των τροφών, τα οποία απελευθερώνουν την ισταμίνη που περιέχουν (ένα τέτοιο παράδειγμα είναι  το σύνδρομο κινέζικου εστιατορίου). Τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε ισταμίνη ή τυραμίνη είναι ορισμένα ψάρια, η ντομάτα, το κρασί, τα τυριά, οι ξηροί καρποί και ορισμένα όσπρια. Στις περιπτώσεις αυτές η εμφάνιση των συμπτωμάτων μπορεί να γίνει σχετικά καθυστερημένα (εντός 4-12 ωρών από την κατανάλωση της τροφής) και κατά τρόπο δοσοεξαρτώμενο, δηλαδή τα συμπτώματα είναι εντονότερα αν ο ασθενής καταναλώσει μεγάλη ποσότητα της τροφής. Η διαδικασία για τη διάγνωση της χρόνιας κνίδωσης από αυτές τις αιτίες περιλαμβάνει την εφαρμογή από τον ασθενή μια αυστηρής δίαιτας χαμηλής σε «ψευδοαλλεργιογόνα» όπως ονομάζονται αυτές οι ουσίες. Αν μετά από τη δίαιτα τα συμπτώματα υποχωρήσουν τότε η διάγνωση είναι πολύ πιθανή. Απαιτείται όμως, μετά την εξαφάνιση των εξανθημάτων, η σταδιακή επαναχορήγηση των τροφών, ώστε να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να διαπιστωθεί με ακρίβεια η υπεύθυνη τροφή.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η αληθής αλλεργία σε τροφές και φάρμακα είναι ένα από τα σπάνια αίτια χρόνιας κνίδωσης (μιας και η κυριότερη κλινική εκδήλωση της αλλεργίας στις τροφές είναι η οξεία κνίδωση), ειδικά της μορφής εκείνης που εμφανίζεται με υποτροπιάζοντα επεισόδια κνίδωσης. Στην περίπτωση που υπάρχει συμβατό ιστορικό, είναι θεμιτή η διενέργεια διαγνωστικών εξετάσεων και δερματικών δοκιμασιών από τον ειδικό αλλεργιολόγο, ώστε να διερευνηθεί και αυτή η πιθανότητα.

Αυτοαντιδραστική (αυτοάνοση) χρόνια κνίδωση

Με τον όρο αυτοαντιδραστική αναφερόμαστε στη χρόνια κνίδωση που προκύπτει ως αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης κάποιου τμήματος της άμυνας του οργανισμού (π.χ. αυτοαντισώματα) με στοιχεία του ίδιου του οργανισμού. Αποτελεί το 40% περίπου της χρόνιας κνίδωσης.

Σε ορισμένους ασθενείς, η άμυνα του οργανισμού λαμβάνει, λανθασμένα, το μήνυμα ότι κάποιο συστατικό του ίδιου του σώματος είναι «εχθρός» και δίνει εντολή για την κατασκευή ειδικών αντισωμάτων. Τα αντισώματα αυτά, που ονομάζονται αυτοαντισώματα επειδή στρέφονται κατά του ίδιου του οργανισμού, στην προσπάθειά τους να καταπολεμήσουν το στόχο τους, προκαλούν την εμφάνιση χρόνιας κνίδωσης. Η αυτοαντιδραστική χρόνια κνίδωση παρατηρείται συχνότερα σε ασθενείς που πάσχουν από κάποιο αυτοάνοσο νόσημα, όπως η θυρεοειδίτιδα Hashimoto, η κοιλιοκάκη, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι και η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η εξέταση του ασθενούς για τα παραπάνω νοσήματα.

Η διάγνωση της αυτοαντιδραστικής χρόνιας κνίδωσης γίνεται, χρόνια κνίδωση - ASSTσε πολλές περιπτώσεις, με μια ειδική δοκιμασία που ονομάζεται test αυτόλογου ορού. Σε αυτό, αφού γίνει αιμοληψία από τον ασθενή και απομονωθεί ο ορός (δηλαδή το τμήμα εκείνο του αίματος που περιέχει όλες τις πρωτεΐνες), γίνεται από τον ειδικό αλλεργιολόγο μια μικρή ένεση στην εσωτερική επιφάνεια του χεριού του ασθενούς. Αν μετά από λίγη ώρα παρατηρηθεί η δημιουργία πομφού, φαγούρας και ερυθρότητας στο σημείο, τότε η κνίδωση είναι αυτοαντιδραστική.

Οι ασθενείς με αυτοαντιδραστική χρόνια κνίδωση έχουν συνήθως πιο επίμονη κλινική πορεία και πιο μεγάλη διάρκεια νόσου, ενώ απαιτούνται μεγαλύτερες δόσεις φαρμάκων για τον έλεγχο των συμπτωμάτων σε σχέση με άλλες μορφές χρόνιας κνίδωσης.

Ιδιοπαθής χρόνια κνίδωση

Αν και η ιατρική επιστήμη ανακαλύπτει συνεχώς νέες αιτίες που προκαλούν χρόνια κνίδωση, εντούτοις σε πολλούς ασθενείς δεν ανευρίσκεται σαφής αιτιολογία για τη χρόνια κνίδωση. Αυτοί οι ασθενείς λέμε ότι πάσχουν από ιδιοπαθή χρόνια κνίδωση. Αποτελεί το 50% όλων των μορφών χρόνιας κνίδωσης και είναι μια διάγνωση εξ αποκλεισμού. Αυτό σημαίνει ότι ο ενδελεχής κλινικοεργαστηριακός έλεγχος δεν αποκάλυψε κάποια άλλη υποκείμενη αιτία που να προκαλεί τη νόσο.

Διάγνωση

Η διάρκεια των μεμονωμένων εξανθημάτων (πομφών), και η ύπαρξη πρηξίματος (αγγειοοιδήματος) χρησιμεύουν στη διάκριση των διάφορων μορφών κνίδωσης και την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Ο διαγνωστικός αλγόριθμος που χρησιμοποιείται φαίνεται αναλυτικά αν κάνετε κλικ στην εικόνα.

Διαγνωστικός αλγόριθμος κνίδωσης

Διαγνωστικός αλγόριθμος κνίδωσης

Ποιότητα ζωής των ασθενών με χρόνια κνίδωση

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η χρόνια κνίδωση είναι χρόνια κνίδωση - chronic urticaria QoLμια πάθηση που επηρεάζει την ποιότητα ζωής των ασθενών σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο ενοχλητικός κνησμός (φαγούρα) και η παραμόρφωση του δέρματος από τα εξανθήματα ή το αγγειοοίδημα, προκαλεί απουσίες από την εργασία, μειωμένη ενασχόληση με δραστηριότητες εκτός εργασίας και έντονο αίσθημα ανασφάλειας. Η ψυχολογική επιβάρυνση που δημιουργείται, επιτείνει ακόμη περισσότερο την εμφάνιση νέων εξανθημάτων, διότι σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση των πομφών παίζουν και νευρικοί μηχανισμοί, που επιδεινώνονται από το αίσθημα άγχους. Είναι άκρως σημαντική λοιπόν, η στενή επαφή του ασθενούς με τον ειδικό αλλεργιολόγο και η ανάπτυξη αισθήματος εμπιστοσύνης. Ο ασθενής πρέπει να κατανοήσει τη φύση της πάθησής του αλλά κυρίως το γεγονός ότι αυτή δεν είναι επικίνδυνη και απειλητική για τη ζωή του. Πράγματι, οι ασθενείς με χρόνια κνίδωση δεν κινδυνεύουν από αναφυλαξία ή αλλεργικό shock. Ωστόσο, χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη, ώστε να αποφορτιστούν από τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλεί η νόσος, να την αποδεχτούν και, με την κατάλληλη θεραπεία, να την ξεπεράσουν.

Διάρκεια και θεραπεία της νόσου

Η μέση διάρκεια της χρόνιας κνίδωσης είναι περίπου 5 έτη, χρόνια κνίδωση - doctor patient relationshipαλλά αυτό είναι διαφορετικό για κάθε ασθενή. Σε κάποιους διαρκεί 6 μήνες, ενώ σε άλλους περισσότερο από 10 έτη. Φυσικά, στην περίπτωση της δευτεροπαθούς χρόνιας κνίδωσης, τα συμπτώματα υποχωρούν με τη θεραπεία της υποκείμενης αιτίας που προκαλεί την κνίδωση. Κατά τη διάρκεια της νόσου, άλλες φορές τα συμπτώματα βρίσκονται υπό έλεγχο με την κατάλληλη θεραπεία και άλλες φορές συμβαίνουν οι λεγόμενες εξάρσεις της νόσου, δηλαδή χρονικά διαστήματα με απότομη εμφάνιση νέων εξανθημάτων, συνήθως μετά από κάποια ιογενή συνδρομή, μεγάλη κόπωση, λήψη αναλγητικών φαρμάκων ή περιόδους έντονου άγχους. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η πάθηση, για τους περισσότερους ασθενείς, έχει ημερομηνία λήξης, και η συνεργασία με τον ειδικό αλλεργιολόγο, θα οδηγήσει σε ταχύτερο έλεγχο των συμπτωμάτων και τελικά σε ύφεση.

Η θεραπεία της χρόνιας κνίδωσης γίνεται ανάλογα με την αιτία της νόσου. Αυτό σημαίνει ότι στις περιπτώσεις δευτεροπαθούς χρόνιας κνίδωσης, η θεραπεία της υποκείμενης αιτίας προκαλεί ίαση και της κνίδωσης. Στις υπόλοιπες μορφές που, είτε δεν ανευρίσκεται αιτία (ιδιοπαθής κνίδωση), είτε η κνίδωση είναι αυτοαντιδραστική, τον πρώτο και κύριο λόγο έχουν τα αντιισταμινικά φάρμακα. Τα σύγχρονα, δεύτερης γενιάς όπως ονομάζονται, αντιισταμινικά φάρμακα είναι πολύ αποτελεσματικά στον έλεγχο των συμπτωμάτων της νόσου, τόσο της φαγούρας όσο και των πομφών. Τα φάρμακα αυτά είναι επίσης ασφαλή, γεγονός που επιτρέπει τη χορήγησή τους σε μεγάλες δόσεις χωρίς να προκαλούνται σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι μπορούν να χορηγηθούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ώστε να επιτευχθεί έλεγχος των συμπτωμάτων της χρόνια κνίδωσης και μετά ο ασθενής να συνεχίσει μακροχρόνια θεραπεία με μια ελάχιστη δόση του φαρμάκου. Αυτό θα του επιτρέπει να έχει μια φυσιολογική ζωή, χωρίς φαγούρα και εξανθήματα, με τη λήψη ενός ασφαλούς φαρμάκου χωρίς παρενέργειες.

χρόνια κνίδωση - Urticaria 7Στις περιπτώσεις που τα αντιισταμινικά από μόνα δεν επαρκούν για τον έλεγχο της νόσου, προστίθενται και άλλα φάρμακα, όπως τα αντιλευκοτριενικά, που είναι επίσης φάρμακα ασφαλή, και η κυκλοσπορίνη, που είναι μεν αποτελεσματική αλλά δεν στερείται ανεπιθύμητων ενεργειών. Η κορτιζόνη, καλό είναι να χρησιμοποιείται μόνο για σύντομα χρονικά διαστήματα κατά τις εξάρσεις της νόσου. Επίσης οι ασθενείς καλό είναι να αποφεύγουν τη λήψη ασπιρίνης και αναλγητικών φαρμάκων που ανήκουν στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, διότι σε πολλούς ασθενείς με χρόνια κνίδωση τα φάρμακα αυτά προκαλούν έξαρση της νόσου, και να προτιμούν ουσίες όπως η παρακεταμόλη και η νιμεσουλίδη για την αντιμετώπιση του πόνου και του πυρετού.

Τα τελευταία χρόνια τα δεδομένα στη θεραπεία της χρόνιας κνίδωσης άλλαξαν δραματικά υπέρ των ασθενών. Σε αυτό συνέτεινε η όλο και πιο ευρεία χρήση ενός ειδικού φαρμάκου με το όνομα ομαλιζουμάμπη (omalizumab, Xolair). Το φάρμακο αυτό είναι ένα τεχνητό (μονοκλωνικό) ενέσιμο αντίσωμα που δεσμεύει την ανοσοσφαιρίνη Ε από τον οργανισμό και αρχικά σχεδιάστηκε για την καταπολέμηση του αλλεργικού άσθματος, όπου και χρησιμοποιείται με μεγάλη επιτυχία. Σταδιακά, η χρήση του επεκτάθηκε και στη θεραπεία των ανθεκτικών μορφών χρόνιας κνίδωσης, δηλαδή εκείνων που δεν ελέγχονται με αντιισταμινικά ή άλλες συμβατικές θεραπείες. Τα αποτελέσματα από τη χρήση της ομαλιζουμάμπης στην ανθεκτική χρόνια κνίδωση είναι πολύ ικανοποιητικά ακόμα και από την πρώτη χορήγηση, οδηγώντας σε ύφεση της νόσου και ανακούφιση των ασθενών. Το εάν, σε κάποιες δύσκολες και επίμονες περιπτώσεις χρόνιας κνίδωσης, θα χρησιμοποιηθεί το παραπάνω φάρμακο, είναι απόφαση του ειδικού Αλλεργιολόγου.

Print Friendly, PDF & Email
Scroll To Top