ΑΛΛΕΡΓΙΑ ΣΕ ΦΑΡΜΑΚΑ

ΑΛΛΕΡΓΙΑ ΣΕ ΦΑΡΜΑΚΑ

Η φαρμακευτική αλλεργία, δηλαδή η αντίδραση του οργανισμού μέσω ανοσολογικού μηχανισμού κατά τη διάρκεια λήψης κάποιας φαρμακευτική αγωγής, ανέρχεται σε 6-10% των ανεπιθύμητων αντιδράσεων από φάρμακα.

Με την έκφραση «μέσω ανοσολογικού μηχανισμού» εννοούμε ότι όλες οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις από φάρμακα δεν είναι αλλεργίες. Υπάρχουν και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από φάρμακα, που δεν οφείλονται σε συμμετοχή του ανοσοποιητικού συστήματος (άμυνα του σώματος) αλλά σε άλλους μηχανισμούς π.χ. σε υπερδοσολογία (τοξική δράση του φαρμάκου) ή σε παρενέργεια του φαρμάκου (όπως συμβαίνει όταν προκαλείται υπνηλία από τα αντιισταμινικά φάρμακα).

Η αλλεργία συνεπώς προϋποθέτει την εμπλοκή της άμυνας του οργανισμού, η οποία έχει προηγουμένως αναγνωρίσει το φάρμακο ως ξένο εισβολέα και έχει αντιδράσει με δύο πιθανούς τρόπους: είτε παράγοντας ειδικά αντισώματα, είτε παράγοντας ειδικά κύτταρα που, αμφότερα, στρέφονται εναντίον του συγκεκριμένου φαρμάκου. Η διαφορά ανάμεσα στα 2 είδη αντίδρασης έγκειται στο χρόνο εμφάνισης της αλλεργίας μετά από τη λήψη του φαρμάκου. Αν εμπλέκονται αντισώματα, τα συμπτώματα εμφανίζονται άμεσα, μέσα σε λίγα λεπτά μέχρι και 1 ώρα μετά τη λήψη του φαρμάκου, γι’ αυτό οι αντιδράσεις αυτές ονομάζονται άμεσου τύπου. Αν εμπλέκονται κύτταρα η εκδήλωση συμπτωμάτων απαιτεί αρκετές ώρες από τη χρονική στιγμή της λήψης του φαρμάκου, γι’ αυτό οι αντιδράσεις αυτές ονομάζονται επιβραδυνόμενου ή καθυστερημένου τύπου.

Στις άμεσου τύπου αντιδράσεις απαιτείται προηγούμενη λήψη του φαρμάκου (μία ή περισσότερες φορές), χωρίς να συμβεί αντίδραση. Αντίθετα, σε αυτή την πρότερη λήψη συμβαίνει η λεγόμενη ευαισθητοποίηση, δηλαδή η δημιουργία από τον οργανισμό των αντισωμάτων, που σε επόμενη χορήγηση του ίδιου φαρμάκου, θα προκαλέσουν την άμεσου τύπου αλλεργία. Δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί πότε θα συμβεί η ευαισθητοποίηση, απλώς εμείς βλέπουμε το αποτέλεσμά της την πρώτη φορά που θα συμβεί η αλλεργία. Οι άμεσου τύπου αντιδράσεις εκδηλώνονται με συμπτώματα από το δέρμα (κνίδωση με ή χωρίς πρήξιμο, το λεγόμενο αγγειοοίδημα), το πεπτικό (εμετός, διάρροια, πόνος στην κοιλιά), το αναπνευστικό (βήχας, δύσπνοια, φταρνίσματα, «τρέξιμο» μύτης, βραχνάδα στη φωνή, οίδημα του λάρυγγα) και το κυκλοφορικό (δηλαδή την πίεση του αίματος, που θα εκδηλωθεί ως ζάλη, αδυναμία, λιποθυμία). Όταν υπάρχει συνδυασμός συμπτωμάτων από 2 ή περισσότερα από τα προαναφερθέντα όργανα, τότε μιλάμε για αναφυλαξία ή αναφυλακτική αντίδραση ή αλλεργικό σοκ από αυτό το φάρμακο. Τα φάρμακα που ενοχοποιούνται συχνότερα για τις άμεσου τύπου αντιδράσεις είναι τα αντιβιοτικά και ειδικά αυτά που ανήκουν στην ομάδα της πενικιλλίνης και στα παράγωγά της (β- λακταμικά αντιβιοτικά).

Στις καθυστερημένου τύπου αντιδράσεις η αλλεργία μπορεί να εμφανιστεί τόσο μετά από προηγούμενη λήψη όσο και κατά τη διάρκεια της πρώτης χορήγησης του φαρμάκου, αρκεί η χρονική διάρκεια της χορήγησης να είναι επαρκής (συνήθως απαιτούνται 2-3 εβδομάδες συνεχούς λήψης και μετά εκδηλώνεται η αλλεργία). Σε αυτή την περίπτωση τα συμπτώματα διαφέρουν από αυτά των αμέσου τύπου αντιδράσεων και περιλαμβάνουν αντιδράσεις τόσο από το δέρμα (με ποικιλία εξανθημάτων) όσο και από άλλα όργανα (νεφροί, ήπαρ, πνεύμονες, αίμα κ.α.). Μερικά από τα φάρμακα που ενοχοποιούνται συχνότερα για καθυστερημένου τύπου αντιδράσεις είναι τα αντιβιοτικά, τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (π.χ. ασπιρίνη) και τα φάρμακα για το ουρικό οξύ (αλλοπουρινόλη).

Print Friendly, PDF & Email
Scroll To Top