Πότε πρέπει να εισάγουμε τις στερεές τροφές στη διατροφή των βρεφών: νέα μελέτη θέτει νέα ερωτήματα

Πότε πρέπει να εισάγουμε τις στερεές τροφές στη διατροφή των βρεφών: νέα μελέτη θέτει νέα ερωτήματα

 

Ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο θα πρέπει να εισαχθούν στη διατροφή ενός βρέφους οι στερεές τροφές συγκεντρώνει τα τελευταία χρόνια μεγάλο ενδιαφέρον από την αλλεργιολογική κοινότητα, καθώς θεωρείται ότι αποτελεί έναν παράγοντα που ενδέχεται να επιδρά θετικά ή αρνητικά στην ανάπτυξη τροφικών αλλεργιών, όπως ήδη έχουμε παρουσιάσει εδώ. Αυτό το ερώτημα προσπάθησε να διερευνήσει μια νέα μελέτη από τη μεγάλη Βρετανία, η μελέτη EAT (Enquiring about Tolerance), τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο Αμερικανικό Συνέδριο Αλλεργιολογίας, Ασθματος και Κλινικής Ανοσολογίας (AAAAI 2016, Λος Άντζελες) με ταυτόχρονη δημοσίευση στο New England Journal of Medicine.

 

Οι μέχρι τώρα συστάσεις των Βρετανικών αρχών για τη διατροφή των βρεφών περιλαμβάνουν προτείνουν τον αποκλειστικό θηλασμό για το πρώτο εξάμηνο της ζωής και την καθυστέρηση εισαγωγής τροφών που δυνητικά μπορεί να προκαλέσουν αλλεργίες, όπως το το αυγό, το ψάρι, τα οστρακοειδή, το φυστίκι, οι σπόροι σουσαμιού, άλλοι ξηροί καρποί, αλλά και το σιτάρι, για μετά τους 6 πρώτους μήνες ζωής.

 

Παρόλαυτά υπάρχουν ενδείξεις ότι η μεγάλη καθυστέρηση στην εισαγωγή των στερεών τροφών ενδέχεται να σχετίζεται με την ανάπτυξη αλλεργιών. Η αλλεργία στο σιτάρι για παράδειγμα φάνηκε σε μια μελέτη να αυξάνεται είτε όταν έμπαινε στη διατροφή του βρέφους πριν από τους τέσσερεις μήνες ζωής είτε όταν καθυστερούσε μετά τους έξι μήνες. Διαφαίνεται λοιπόν ότι ίσως η έγκαιρη και τακτική κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών να βοηθά στην πρόληψη της ανάπτυξης τροφικής αλλεργίας. Αυτό επιβεβαιώθηκε σε μια άλλη πρόσφατη μελέτη που αφορούσε αποκλειστικά στο φυστίκι και σε βρέφη αυξημένου κινδύνου (δηλαδή με οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό αλλεργικών νοσημάτων, όπως έκζεμα, τροφική ή αναπνευστική αλλεργία), τη γνωστή μελέτη LEAP (Learning Early About Peanut allergy). Η μελέτη LEAP, της οποίας τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν πέρσυ, έδειξε μεγάλη μείωση του ποσοστού ανάπτυξης αλλεργίας στο φυστίκι στα παιδιά που τρεφόντουσαν τακτικά με αυτό, ξεκινώντας μέσα στους πρώτους 11 μήνες ζωής, αφού είχε προηγηθεί αλλεργιολογικός έλεγχος. Το ερέθισμα για να διεξαχθεί αυτή η μελέτη ήταν η μεγάλη αύξηση του ποσοστού των παιδιών με αλλεργία στο φυστίκι κατά τα τελευταία δέκα χρόνια σε χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου την ίδια περίοδο είχε συσταθεί η αποφυγή κατανάλωσης φυστικιού από παιδιά ως μέσο πρόληψης της αλλεργίας. Στη χώρα μας τα ποσοστά αλλεργίας στο φυστίκι δεν είναι τόσο υψηλά όσο στη Μεγάλη Βρετανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αλλά σίγουρα τα αποτελέσματα αυτά παρουσιάζουν ενδιαφέρον, καθώς φαίνεται να τροποποιούν παγιωμένες αντιλήψεις.

 

Λαμβάνοντας υπόψη της τα παραπάνω αποτελέσματα η ερευνητική ομάδα του καθηγητή Gideon Lack από το King’s College του Λονδίνου επιχείρησε να δει τι γίνεται και με άλλα τρόφιμα, εκτός από το φυστίκι, και μάλιστα σε παιδιά του γενικού πληθυσμού, δηλαδή όχι μόνο αυτά που ανήκαν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη αλλεργιών. Στη μελέτη περιλήφθησαν 1303 παιδιά του γενικού πληθυσμού ηλικίας 3 μηνών τα οποία μέχρι τότε θήλαζαν αποκλειστικά. Στη συνέχεια χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η πρώτη ομάδα θα ενθαρρυνόταν να ακολουθήσει τις Βρετανικές συστάσεις για αποκλειστικό θηλασμό κατά τους πρώτους 6 μήνες και οπωσδήποτε να καθυστέρησει την εισαγωγή δυνητικά αλλεργιογόνων τροφών μετά τους 6 μήνες ζωής, ενώ η δεύτερη ομάδα θα ξεκινούσε μετά τον τρίτο μήνα να εισάγει στη διατροφή της διάφορα τρόφιμα, ξεκινώντας με ρύζι και γιαούρτι και προσθέτοντας ανά εβδομάδα άλλα τρόφιμα όπως αυγό (1 βραστό αυγό την εβδομάδα), φυστίκι (3 κουταλιές του γλυκού φυστικοβούτυρο ανά εβδομάδα), σουσάμι (3 κουταλιές ταχίνι ανά εβδομάδα), ψάρι (20 γραμμάρια ανά εβδομάδα) και τέλος (μετά τους 4 μήνες) σιτηρά (2 μπισκότα σιτηρών ανά εβδομάδα). Η ομάδα που λάμβανε τα τρόφιμα αυτά θα έπρεπε να συνεχίσει την κατανάλωση τουλάχιστον για το πρώτο έτος της ζωής και στη συνέχεια ενθαρρυνόταν να συνεχίσει την κατανάλωση τους. Ακολούθως οι ερευνητές παρακολουθούσαν την πιθανή ανάπτυξη αλλεργιών στο τέλος του πρώτου και του τρίτου έτους με δερματικές δοκιμασίες και όπου χρειαζόταν προκλήσεις (δηλαδή χορήγηση του ύποπτου τοφίμου σε ελεγχόμενο περιβάλλον σε αυξανόμενες δόσεις) για επιβεβαίωση ανάπτυξης πραγματικής αλλεργίας και συνέκριναν τις διαφορές που προέκυψαν.

 

Στα αποτελέσματα, που παρουσιάστηκαν αυτό το μήνα, δεν υπήρξε ξεκάθαρη απάντηση στο ερευνητικό ερώτημα. Συγκεκριμένα η ομάδα της πρώιμης εισαγωγής στερεών και δυνητικά αλλεργιογόνων τροφών ανέπτυξε λιγότερες τροφικές αλλεργίες με ποσοστό 5.6% έναντι 7.1% της ομάδας που ακολούθησε τις συνήθεις πρακτικές σίτισης βρεφών, αλλά η παρατηρούμενη διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική, θα μπορούσε δηλαδή να οφείλεται στην τύχη.

 

‘Oταν όμως η στατιστική ανάλυση έγινε λαμβάνοντας υπόψη πόσο αυστηρά ακολουθήθηκαν οι οδηγίες από τους γονείς (η λεγόμενη per protocol analysis), οι παρατηρούμενες διαφορές έγιναν στατιστικά σημαντικές. Συγκεκριμένα όταν συγκρίθηκαν τα αποτελέσματα μόνο εκείνων των παιδιών που είχαν τηρήσει αυστηρά την πρώιμη εισαγωγή των στερεών τροφών και στις απαραίτητες ποσότητες φάνηκε ότι το ποσοστό ανάπτυξης τροφικών αλλεργιών ήταν μειωμένο από το 7.8% (της ομάδας κλασσικής σίτισης) στο 2.4%. Συγκεκριμένα για το φυστίκι κανένα παιδί από την ομάδα της πρώιμης πρόσληψης δεν ανέπτυξε αλλεργία, σε σύγκριση με το 2.5% των παιδιών της άλλης ομάδας. Ανάλογα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και για το αυγό με ποσοστά 1.4% και 5.5% αντίστοιχα. Ειδικά για τα δύο αυτά τρόφιμα, η πρόσληψη αρκετής ποσότητας πρωτεΐνης τους ανά εβδομάδα (2 γραμμάρια για το φυστίκι και 4 γραμμάρια για το αυγό) φάνηκε να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην πρόληψη της αλλεργίας σε αυτά τα δύο τρόφιμα. Για το γάλα και το σουσάμι τα ποσοστά ήταν πάλι χαμηλότερα στην ομάδα πρώιμης εισαγωγής, αλλά χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά , ενώ για το ψάρι ήταν υψηλότερο χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά επίσης. Ούτως η άλλως ο αριθμός των παιδιών που ανέπτυξαν αυτές τις αλλεργίες ήταν πολύ μικρός για να είναι εφικτή η εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος. Αλλεργία στο σιτάρι δεν παρατηρήθηκε σε κανένα παιδί, αλλά η ευαισθητοποίηση, η οποία ανιχνεύεται με μια θετική δερματική δοκιμασία, ήταν σαφώς μειωμένη στην ομάδα των παιδιών πρώιμης εισαγωγής τροφίμων τόσο στον έλεγχο που έγινε στην ηλικία του ενός έτους όσο και στον έλεγχο που έγινε στην ηλικία των τριών ετών.

Eggs by ChrisJPG

Από τη μελέτη προέκυψε επίσης ότι η πρώιμη εισαγωγή στερεών τροφών είναι μια ασφαλής επιλογή, καθώς δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε κανένα παιδί, είτε αλλεργικής φύσεως, είτε σε σχέση με τη σωματική ανάπτυξη ή τη συνεχιση του θηλασμού. Σημειώνεται ότι προτού ξεκινήσει η πρώιμη εισαγωγή στερεών τροφίμων στη συγκεκριμένη μελέτη διενεργήθηκε αλλεργιολογικός έλεγχος, ώστε να εντοπιστούν τυχόν προϋπάρχουσες αλλεργίες.

 

 

Το πιο σημαντικό βέβαια συμπέρασμα είναι ότι η κατανάλωση στερεών τροφών όπως το αυγό ή το φυστίκι σε επαρκή ποσότητα και για επαρκές χρονικό διάστημα από την ηλικία των τριών μηνών πιθανότατα προστατεύει τα παιδιά από την ανάπτυξη αλλεργίας στα αντίστοιχα τρόφιμα. Καθώς όμως τα συμπεράσματα δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα, όταν στην ανάλυση περιελήφθησαν τα δεδομένα από όλα τα παιδιά (ακόμα και αυτά που δεν τήρησαν αυστηρά το πρωτόκολλο), ίσως είναι απαραίτητο να περιμένουμε και άλλες μελέτες που να επιβεβαιώνουν αυτά τα πολλά υποσχόμενα ευρήματα, προτού συσταθεί επίσημα η αλλαγή στις πρακτικές που ακολουθούνται στη σίτιση των βρεφών.

 

 

πηγή: http://www.nejm.org/doi/full/10.1056/NEJMoa1514210

Print Friendly, PDF & Email
Scroll To Top