Στροφή στην εισαγωγή των στερεών τροφών στα βρέφη!

Στροφή στην εισαγωγή των στερεών τροφών στα βρέφη!

Κατά την τελευταία 20ετία έχουν σημειωθεί σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο εισάγονται οι στερεές τροφές στα βρέφη, κυρίως λόγω της τεράστιας αύξησης των κρουσμάτων τροφικής αλλεργίας στα παιδιά.

Έτσι, ενώ μέχρι τότε ήταν κοινή πρακτική να εισάγονται οι τροφές πριν τον 6ο μήνα της ζωής, το 2000 εκδόθηκαν οι ‘κλασικές’ οδηγίες της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής (AAP), που προέτρεπαν την καθυστέρηση εισαγωγής των στερεών τροφών μετά τους 6 μήνες, και κυρίως την περαιτέρω αποφυγή των κοινών αλλεργιογονικών τροφών για 1 (γάλα), 2 (αυγό) ή και 3 έτη (ψάρι και ξηροί καρποί). Η επίσημη αυτή θέση, με την οποία συντάχθηκαν πολλοί επιστημονικοί οργανισμοί της εποχής, βασίστηκε, όχι σε μελέτες (καθώς δεν υπήρχαν τότε), αλλά αποκλειστικά στην κοινή λογική: αφού το πρόβλημά μας είναι ότι τα συγκεκριμένα τρόφιμα ‘γεννούν’ αλλεργία στα βρέφη, καλύτερα ας τα αποφύγουμε μέχρι να ‘ωριμάσει’ το γαστρεντερικό τους σύστημα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα αποτελέσματα των σχετικών μελετών, που σχεδιάστηκαν με σκοπό να αποδειχθεί η δυσμενής ή όχι επίδραση της πρώιμης εισαγωγής των στερεών τροφών στη διατροφή, δεν επιβεβαίωσαν τις προβλέψεις. Μεγάλες προοπτικές μελέτες σε διαφορετικές χώρες έδειξαν ότι η καθυστερημένη εισαγωγή των στερεών πέρα από τον 6ο μήνα της ζωής, όχι μόνο δε δρα προληπτικά, αλλά συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ατοπικού εκζέματος σε βρέφη, αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης τροφικής αλλεργίας και αυξημένη συχνότητα εκδήλωσης αλλεργικής ρινίτιδας, άσθματος, και αλλεργικής IgE-ευαισθητοποίησης στη μετέπειτα παιδική ηλικία. Στη χαρακτηριστική περίπτωση των σιτηρών, δείχθηκε ότι η εισαγωγή τους μετά τον 6ο μήνα σχετίζεται με 4πλάσιο κίνδυνο ανάπτυξης τροφικής αλλεργίας σε αυτά, σε σχέση με την εισαγωγή μεταξύ 4ου και 6ου μήνα, ενώ στον ίδιο βαθμό αυξάνει και ο κίνδυνος εκδήλωσης κοιλιοκάκης, σε βρέφη με σχετική γενετική προδιάθεση. Παρόμοιας κατεύθυνσης αποτελέσματα υπήρξαν και για το αυγό και το ψάρι, των οποίων η καθυστερημένη εισαγωγή συσχετίστηκε με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για τροφική αλλεργία. Ακόμα και στην περίπτωση των ξηρών καρπών, οι σχετικές έρευνες ανέδειξαν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα μεταξύ πληθυσμών με διαφορετικές συνήθειες στον τρόπο εισαγωγής των τροφών στα βρέφη: λαοί που εισάγουν από τη βρεφική ηλικία το φυστίκι στη διατροφή πρακτικά αγνοούν τα υψηλά ποσοστά αλλεργίας στο φυστίκι που παρατηρούνται στις χώρες, όπου η εισαγωγή του φυστικιού αποφεύγεται στα βρέφη για τον κίνδυνο τροφικής αλλεργίας.

Ακούγεται παράδοξο, αλλά δεν είναι: στην πραγματικότητα, αν εξαιρεθεί το πρώτο 4μηνο της ζωής, όπου το γαστρεντερικό σύστημα φαίνεται να είναι πράγματι ανώριμο, η τακτική κατανάλωση ενός τροφικού αλλεργιογόνου όχι μόνο δεν προκαλεί αλλεργία, αλλά προστατεύει και από την ‘παρεξήγηση’ της τροφής ως αλλεργιογόνο. Αυτό συμβαίνει γιατί το γαστρεντερικό σύστημα κατά κανόνα παράγει φιλικά, προστατευτικά αντισώματα για κάτι που τρώμε. Αντίθετα, το δέρμα, και ειδικά αυτό που πάσχει από ατοπικό έκζεμα (όπως στα βρέφη με αλλεργική προδιάθεση) έχει αποδειχθεί ότι είναι σε θέση να ‘γεννήσει’ αλλεργικά αντισώματα απέναντι σε τροφικά αλλεργιογόνα που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα του σπιτιού, στο βρεφικό κρεβατάκι, ή ακόμα και στα χέρια των γονιών. Κατά συνέπεια, όσο περισσότερο αργήσει κανείς να ‘γνωριστεί’ με το φυσιολογικό τρόπο (δηλαδή τρώγοντάς το) με ένα τρόφιμο, τόσο αυξάνει την πιθανότητα να ‘παραγνωριστεί’ δια της επαφής με το ατοπικό δέρμα, να αναπτύξει αλλεργία, και να την εκδηλώσει όταν πια αποφασίσει ότι έφτασε η ώρα να δοκιμαστεί η τροφή.

Σε αυτό το μήκος κύματος, και αφού οι σχετικοί επιστημονικοί οργανισμοί σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία από το 2008 έχουν αναθεωρήσει την πολιτική τους, ήρθε να προστεθεί και η νέα επίσημη οδηγία της Παιδιατρικής Κοινότητας του Καναδά σχετικά με την εισαγωγή των αλλεργιογονικών τροφίμων στα βρέφη υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη αλλεργίας, δίνοντας την πιο σύγχρονη οπτική γύρω από το ζήτημα.

Στην οδηγία, που εκδόθηκε στις αρχές του 2014, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποφεύγεται οποιαδήποτε τροφική ομάδα μετά τους 6 πρώτους μήνες της ζωής. Τροφές όπως το αυγό, το ψάρι και οι ξηροί καρποί, θα πρέπει να εισάγονται από την ηλικία αυτή, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης τροφικής αλλεργίας. Με εξίσου εμφατικό τρόπο, υπογραμμίζεται η σημασία της τακτικής κατανάλωσης: κάθε τροφή που μπαίνει στη διατροφή του βρέφους, θα πρέπει για τον πρώτο τουλάχιστον καιρό να χορηγείται συχνά, σε καθημερινή ή εβδομαδιαία βάση, καθώς αυτό φαίνεται να είναι το μυστικό για την οριστική ‘συμφιλίωση’ του οργανισμού με το αλλεργιογόνο.

Φυσικά, στην πράξη, η εφαρμογή της συγκεκριμένης οδηγίας περνά από τον παιδίατρο, ο οποίος είναι αυτός που καλείται να αλλάξει κατά 180 μοίρες την πρακτική του. Από το να συστήνει, δηλαδή, την προληπτική αποφυγή των ‘φοβερών’ αλλεργιογόνων, όπως ήταν η λογική οδηγία κατά την προηγούμενη δεκαετία, στο να ενθαρρύνει την πρώιμη εισαγωγή όλων των αλλεργιογονικών τροφών στους 6 μήνες ζωής, όπως αποδεικνύεται τελικά πως ωφελεί. Αυτή η ριζικότητα της αλλαγής είναι λογικό να επιφέρει δυσκολίες και καθυστερήσεις στην υιοθέτηση και εφαρμογή των νέων επιστημονικών δεδομένων, ειδικά στις χώρες δίχως οργανωμένη κεντρική καθοδήγηση.

Μπροστά στη νέα αυτή εξέλιξη, ο παιδίατρος μπορεί να βρει σημαντική βοήθεια από τον αλλεργιολόγο. Ειδικά στα βρέφη υψηλού κινδύνου (δηλαδή αυτά με ατοπική δερματίτιδα ή οικογενειακό ιστορικό τροφικής αλλεργίας), ο αλλεργιολόγος μπορεί εύκολα να αποκλείσει την πιθανότητα εγκατεστημένης αλλεργίας (άμεσου τύπου) σε τροφές, με τη διενέργεια δερματικών δοκιμασιών. Το αρνητικό αποτέλεσμα πρακτικά εξασφαλίζει από οποιαδήποτε επικίνδυνη αντίδραση κατά την εισαγωγή των αλλεργιογονικών τροφών, με αποτέλεσμα να ‘λύνονται’ τα χέρια του παιδιάτρου και να καθοδηγούνται με απόλυτη ασφάλεια οι γονείς.

 

Print Friendly, PDF & Email
Scroll To Top